Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΕ ΜΑΚΡΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ!!

Η Πλατεία Μοναστηρακίου πήρε τ’όνομά της από το Μεγάλο Μοναστήρι της Παντάνασσας που ιδρύθηκε τον 10ο Αιώνα. Εκεί και στη γύρω περιοχή ύφαιναν υφάσματα που τ’ αποκαλούσαν «αμπάδες». Γι’ αυτό και μια άλλη ονομασία που δόθηκε στο μέρος, ονομασία που διατηρήθηκε και μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, ήταν «Αμπατζήδικα». Σήμερα έχει απομείνει ένα μέρος μόνο του Μοναστηριού. Πρόκειται για το μικρό εκκλησάκι της πλατείας όπου τιμούμε την Κοίμηση της Θεοτόκου.

Επί Όθωνος(1834-1862) υπήρχε πολύ κοντά Στρατώνας που έδωσε άλλο ένα όνομα-παρατσούκλι στην πλατεία: Πλατεία της Παλιάς Στρατώνας. Οι Παλιοί Αθηναίοι τρελαινόντουσαν να δίνουν προσωνύμια και παρατσούκλια γι’ αυτό δεν άργησαν να ονομάσουν την περιοχή και «Τζιερτζίδικα», από τη λέξη Τζιέρι που σημαίνει συκώτι, σπλάχνο -ασφαλώς θα έχετε ακούσει την έκφραση «μούπρηξες το τζιέρι» αντί του «μούπρηξες το συκώτι»-, εντόσθια που τηγάνιζαν μικρές ταβερνούλες που γέμιζαν την περιοχή, όπως σήμερα τα σουβλατζίδικα.

Στην πλατεία δεσπόζει το επιβλητικό μουσουλμανικό τζαμί που χτίσθηκε το 1759. Σήμερα λειτουργεί σαν Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. Ο δρόμος που περνά μπροστά από την είσοδό του, όπως και μπροστά από την είσοδο του σταθμού, ονομάζεται οδός Άρεως. Εκεί στον αρ.1 του δρόμου λειτουργούσε ένα από τα πιο γραφικά τζιερτζίδικα της Παλιάς Αθήνας: η «Οικονομία» του Χαράλαμπου Τασούλα. Πάρτε εικόνα και γυρίστε πίσω στο χρόνο.Βρισκόμαστε στο 1890…

«Είναι το πιο περίεργο και το πιο μικρό μαγειρειό της Αθήνας και βρίσκεται σε μία από τις τρύπες που έχει στο ισόγειό της το αιωνόβιο τζαμί στο Μοναστηράκι. Οδός Άρεως, αριθμός 1. Αριστερά του είναι ένα τσαρουχάδικο και δεξιά του ένα μπακάλικο, το μικρότερο της Αθήνας.

Για να διαβάσετε την επιγραφή του, πρέπει να τύχετε ή πολύ πρωί ή μετά το μεσημέρι. Όλες τις άλλες ώρες τη σκεπάζει, όπως και την είσοδο του καταστήματος, ένα πυκνό σύννεφο από τους καπνούς του τηγανιού, άλλοτε με μαρίδες, άλλοτε με μπακαλιαράκια, άλλοτε με τζιεράκια και καμιά φορά –ως είδος πολυτελείας– με τους κεφτέδες. Το τσιτσίρισμα του τηγανιού συνοδεύεται συχνά και από το σιγανό τραγούδι του Χαράλαμπου, πάντα με ένα πιρούνι στο χέρι.

Η κουζίνα του καταστήματος αποτελείται από μια φουφού που δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ με το τηγάνι. Διακοπές του τηγανιού γίνονται μονάχα λίγες ώρες το πρωί και νωρίς το απόγευμα, όταν βράζει στο τσουκάλι η ημερήσια φασολάδα με μπόλικες πιπεριές και κρεμμύδι.

Το εσωτερικό του καταστήματος έχει εμβαδόν, πάνω κάτω, ενός τετραγωνικού μέτρου και ύψος δύο, και είναι πιασμένο από ράφια γεμάτα χαρτοσακούλες με όσπρια, με αλεύρι για το τηγάνισμα και διάφορα μπαχαρικά. Στα μπροστινά ράφια βρίσκονται μπουκάλες με κρασί, γιατί ο μικρός χώρος δεν επιτρέπει την τοποθέτηση βαρελιού.
Η «τραπεζαρία» είναι απέξω, κάτω από την επιγραφή στο χαγιάτι. Την προστατεύουν από τους τέσσερις ανέμους μερικά σανιδένια φράγματα, θωρακισμένα με γκαζοντενεκέδες.

Οι πελάτες στέκονται όρθιοι και τρώνε μπρος στο τηγάνι ή το τσουκάλι που αχνίζει στη φουφού. Αν θέλουν να φάνε πιο «άνετα», κάθονται στην άκρη σε ένα ξύλινο πεζούλι, που είναι δεξιά κι αριστερά από την πόρτα του μαγαζιού. Παίρνουν στα χέρια το πιάτο με τη φασολάδα ή τον πατσά και... φασκελώνουν τις πολυτέλειες του «Αβέρωφ» και του «Διεθνούς». Σε περίπτωση συνωστισμού, κάθε πελάτης περιφρουρεί αυστηρά το πιάτο του, γιατί πολλοί επιτήδειοι παίρνουν κουταλιές και από τα πλαϊνά πιάτα!»

Κέντρο της συνοικίας του Μοναστηρακίου, μια από τις παλιές συνοικίες της Αθήνας, ήταν και ηΠλατεία ΑβησσυνίαςΕδώ λειτουργεί, από το 1910 μέχρι σήμερα, οργανωμένη αγορά μεταχειρισμένων ρούχων, παπουτσιών, επίπλων, βιβλίων και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Φυσικά στη σύγχρονη έκδοση, στα «παλιατζίδικα» έχουν προστεθεί κοσμήματα, ρούχα σινιέ και πολλά άλλα παράταιρα, πράγμα βεβαίως που δεν χαλά καθόλου τους επισκέπτες που βρίσκονται μπροστά σ’ ένα πρωτότυπο και αλλόκοτο πανηγύρι.

Επειδή όμως μιλάμε για την Παλιά Αθήνα θα πρέπει να φανταστείτε το όλο σκηνικό κάπως αλλιώς.Το Μοναστηράκι ήταν τότε η Πύλη Εισόδου στην Αθήνα των κάθε λογής επαρχιωτών που ερχόντουσαν από διάφορα μέρη της Ελλάδος στην Πρωτεύουσά της, είτε για μόνιμη εγκατάσταση, είτε για τις δουλειές τους. Έτσι λοιπόν η περιοχή ήταν γεμάτη χάνια, αργότερα μικρά ξενοδοχεία. Από εδώ ξεκινούσαν τα κάρα και οι άμαξες προς όλες τις κατευθύνσεις. Εδώ και στο διπλανό Ψυρρή ήταν μαζεμένες οι περισσότερες βιοτεχνίες της ΑθήναςΟρείχαλκος, δέρμα, σίδερο, ξύλο, ψαθί ήταν τα υλικά με τα οποία δούλευαν οι μάστορες της πόλης, οργανωμένοι αυστηρά σε συντεχνίες (ρουφέτια).

Κάθε πρωτοεμφανιζόμενος επισκέπτης της πόλης χανόταν στα δρομάκια της συνοικίας, φροντίζοντας πρώτα-πρώτα για την αγορά ρούχων και παπουτσιών ώστε να φαίνεται λιγότερο επαρχιώτης! Μετά φυσικά όλη η άλλη αγορά ήταν κυριολεκτικά στα πόδια του. Ας πάμε λοιπόν και εμείς μια βόλτα στο Παζάρι, στο Μοναστηράκι -βρισκόμαστε κάπου στο 1926-, πιο γνωστό πλέον σαν «Γιουσουρούμ», από το όνομα του πρώτου εμπόρου μεταχειρισμένων, Εβραίου από τη Σμύρνη, που εγκαταστάθηκε στην περιοχή κατά το 1863: Του Ελία ή Νώε Γιουσουρούμ ή Γιεσουρούμ.


24grammata.com Culture e-Magazine – Free eBooks » Ποιος ήταν ο Γιουσουρούμ; Μοναστηράκι: σε μία πλατεία 4 θρησκείες, 2 δόγματα, 3 ήπειροι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ