Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Υπάρχει και αυτή η πλευρά της ζωής που βιώνουν πολλές γυναίκες και που δύσκολα φτάνει στα αυτιά μας... ¨ενα μικρό απόσπασμα απο το βιβλίο της Ευγενίας Λουλοπούλου το διαβασα και με συγκίνησε πολυ....

Το πρώτο ξύλο"Η Ευγενία συνέχισε να του μιλά χρησιμοποιώντας λογικά επιχειρήματα. Εκείνος την άκουγε με σφιγμένους τους μύες του. Δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στην κουβέντα. Τα λόγια της πυροδοτούσαν μέσα του την επιθυμία να την εξαφανίσει από προσώπου γης.

‘Ποια νομίζει ότι είναι;’ σκεφτόταν . ‘Αν νομίζει ότι θα με κάνει ό,τι θέλει, γελιέται! Εγώ είμαι ο Αντρέας, ο άντρας που δεν τ’ ανέχεται αυτά από μια γυναίκα. Άκου να θέλει να μου βάλει χαλινό! Σε ποιον μωρέ, στο μεγάλο; Ε, όχι, πάει πολύ να περάσει το δικό της! Πρέπει να της κόψω αυτό το χούι μια και καλή!’

Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν δύο σύζυγοι που πέρασαν μαζί τόσα χρόνια. Ήταν δυο εχθροί, δύο θηρία, που ήθελαν να κατασπαράξουν το ένα το άλλο. Αυτές οι μάχες όμως, δυστυχώς, σπάνια κρίνονται από λόγια. Εκείνος δεν μπορούσε να την ακούει να μιλάει ούτε για ένα λεπτό ακόμη για τη διάσωση του γάμου τους. Το μυαλό του θόλωσε από μίσος. Τη στρίμωξε σε μια γωνιά της κουζίνας κι άρχισε να τη χτυπάει. Εκείνη τον κοίταζε με μάτια γουρλωμένα από έκπληξη. Αυτή του η αντίδραση δεν υπήρχε ούτε καν στους χειρότερους εφιάλτες της που τη στοίχειωναν τον τελευταίο καιρό. Ο Αντρέας δεν έβλεπε μπροστά του από οργή. Ήταν σαν να ήθελε να την εκμηδενίσει. Χτυπούσε χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει τι κάνει, χωρίς έλεγχο της μεγάλης του δύναμης. Το χέρι του τίναζε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά τόσο βίαια, που η Ευγενία νόμισε πως ο λαιμός της θα έσπαζε. Οι εκκρίσεις της φανέρωσαν πόσο αδύναμη ένοιωσε. Το εσώρουχο της βράχηκε. Τα μάτια της δεν έβλεπαν από την ταχύτητα της επίθεσής του. Το πρόσωπό της μούσκεψε από τα δάκρυα, τον ιδρώτα της αγωνίας και τα σάλια που έβγαιναν απ’ το ανοιγμένο της στόμα. Συνειδητοποίησε πως εκείνος μπορούσε να τη σκοτώσει αν ήθελε. Ήταν έρμαιο στα χέρια του. Τα χαρακτηριστικά του είχαν αλλοιωθεί, έμοιαζε με μανιασμένο τέρας.

«Χτύπα όσο μπορείς!» κατόρθωσε να ψελλίσει. «Βγάλε όσο πύον έχεις στην ψυχή σου για μένα! Μόνο έτσι θα με κάνεις να σε ξεπεράσω…»

Εκείνος ανοιγόκλεισε τα μάτια σαν να ξύπνησε απότομα, σα να καταλάβαινε επιτέλους τι είχε κάνει. Τα χέρια του χαλάρωσαν και την άφησαν. Τότε αυτή βρήκε ευκαιρία και του ξέφυγε. Έτρεξε προς την κρεβατοκάμαρα για να βρει καταφύγιο, αλλά εκείνος την ακολούθησε. Αυτή τη φορά την έπιασε από πίσω και με μια κίνηση της έσκισε τη σατέν ρόμπα. Την έριξε στο πάτωμα κι άρχισε να την πατάει με το πόδι του στο στομάχι. Το αμόκ το είχε ξαναπιάσει. Δεν του φάνηκε αρκετό αυτό που προηγήθηκε και θέλησε να το αποτελειώσει. Έτσι, για να της βουλώσει το στόμα μια για πάντα! Τα μάτια της πετάχτηκαν έξω από τον πόνο. Διπλώθηκε στα δύο και περίμενε το τελειωτικό χτύπημα. Στο μυαλό της ήρθαν τα παιδιά της . Τα αγκάλιασε με τη σκέψη της κι η ψυχή της κόπηκε, όταν κατάλαβε ότι μπορεί να μην τα ξανάβλεπε. Της φάνηκε ότι πέρασε μια αιωνιότητα. Όταν ο Αντρέας σταμάτησε τελικά επειδή πόνεσαν τα χέρια του, την έσπρωξε με το πόδι και βγήκε απ’ το σπίτι βροντώντας την πόρτα και βρίζοντάς την με τα χειρότερα λόγια που της είπε πει ποτέ.

Η Ευγενία έμεινε ξαπλωμένη στο πάτωμα για αρκετή ώρα, ανήμπορη να κουνηθεί, μικρή, μόνη, αδύναμη, χαμένη απ’ τον κόσμο, με το πρόσωπο ,το σώμα και την ψυχή της όλο σημάδια.

«Γιατί, γιατί;» σπάραζε και η φωνή της έφτανε στο Θεό όλο παράπονο.

Σε λίγο άρχισε να νοιώθει τον πόνο που δεν αισθανόταν ως τότε. Σηκώθηκε αργά και πήγε στον καθρέφτη. Τα σημάδια είχαν αρχίσει να σχηματίζονται. Αυτά κάπως θα τα έκρυβε, η κοσμετολογία κάνει θαύματα σήμερα. Εκείνα της ψυχής της όμως, πώς θα έφευγαν; Τα ατέλειωτα ‘ γιατί’ πώς να σωπάσουν; Αυτή η άφατη αδικία εις βάρος της πώς να ξεχαστεί; Προς τι όλο αυτό; Μόνο τον άντρα της ήθελε πίσω. Κι ήταν έτοιμη να συγχωρήσει την απιστία του, για φαντάσου!...

Τα σκότωσε όλα μέσα της και μετά έβαλε φωτιά. Καμένη γη η καρδιά της. Μαύρα όλα! Πώς να εμπιστευτεί ξανά αυτόν τον άνθρωπο; Πώς να τον ξανακοιτάξει στα μάτια , όταν εκείνος θέλησε να κλείσει τα δικά της για πάντα; Πώς να τον ανεχτεί στο πλευρό της , όταν δεν σεβάστηκε όλα όσα του είχε προσφέρει τόσα χρόνια και προπαντός όσα ήταν διατεθειμένη να του δώσει ακόμη; Τα χέρια του της έδειξαν πολύ καλά τι αισθανόταν. Οι πράξεις μιλάνε πιο δυνατά απ’ τις λέξεις, λένε. Πώς να ξεχάσει ; Πώς να συνεχίσει τη ζωή της; Τι να πει στα παιδιά της για τον πατέρα τους που στις δύσκολες περιπτώσεις χτυπάει ανήμπορους να προστατευτούν απ ’την οργή του, χρησιμοποιώντας το μέγεθός του για να καλύψει το κενό του μυαλού και της καρδιάς του; Σε ποιον να αποταθεί για να ζητήσει συμπαράσταση; Ποιος θα την πίστευε, τη στιγμή που ο Αντρέας έδειχνε ένα διαφορετικό πρόσωπο προς τα έξω; Όταν εκείνη από περηφάνια και στωικότητα δεν ομολόγησε ποτέ σε κανέναν τα βάσανα της; Όταν ο άντρας της με τα ψέματά του της κόλλησε τη ρετσινιά της υπερβολικής και της αφόρητα ζηλιάρας;

‘Η γυναίκα κρατάει, ή διώχνει τον άντρα!’ της έλεγε η πεθερά της με ύφος όλο υπονοούμενα, όταν τους έβλεπε ψυχραμένους. Τι να της πει τώρα για το γιο της; Θα της απαντούσε ότι τον έχασε τον καιρό που έτρεχε στα σεμινάρια. Πόσο ντρεπόταν! Για το κατάντημά τους, για τον ξεπεσμό του άντρα της και για τον ίδιο της τον εαυτό ακόμη, που στάθηκε ανάξια να αποτρέψει τέτοια γεγονότα. Ερωτηματικά την πλημμύριζαν. Μήπως τελικά όντως ήταν όλα δικό της φταίξιμο; Κάτι θα έκανε στραβά, δεν μπορεί! Έπεσε στην παγίδα που πέφτουν πολλές κακοποιημένες γυναίκες. Κατηγόρησε τον εαυτό της.

Ήταν δυσβάσταχτη η ζωή της με τέτοιες σκέψεις. Χωρίς αγάπη, χωρίς σεβασμό, χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς αυτοεκτίμηση, χωρίς αίσθημα ασφάλειας. Ούτε αυτόν ήθελε να ξαναδεί στα μάτια της ,αλλά ούτε και τον εαυτό της στον καθρέφτη. Με το ζόρι ανεχόταν την άσχημη εικόνα της πρησμένης απ’ το ξύλο και το κλάμα γυναίκας που είχε απέναντί της. Μια ηλίθια ήταν, μια αφελής, μια ανίκανη, μια τιποτένια που δεν μπόρεσε να φέρει στα νερά της έναν σχετικά απλοϊκό άντρα, που δεν ήταν ίσα με τις άλλες γυναίκες της παρέας τους που κρατούσαν τους άντρες τους. Αυτή που νόμιζε πως ήταν κάτι! Μια γελοία ήταν ,μια τραγική φιγούρα που μυξόκλαιγε , μια αποτυχημένη γυναίκα. Πίεσε με τα δάχτυλά της τους κροτάφους της , λες και απόδιωχνε τις σκέψεις που έστηναν τρελό χορό στο κεφάλι της. Άρχισε να γελάει δυνατά ,όμως το γέλιο μετατράπηκε σε κλάμα γεμάτο παράπονο.

‘Πάει, τρελαίνομαι…’ τρομοκρατήθηκε.

Οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν. Το κορμί της δεν τη βαστούσε και σέρνοντας την πλάτη της στον τοίχο έπεσε στο πάτωμα. Ασυναίσθητα έβαλε το δάχτυλο στο στόμα κι έκλεισε τα μάτια. Πώς της ήρθε να το κάνει αυτό μετά από δεκαετίες; Έμεινε κουβαριασμένη στην ίδια θέση για πολλή ώρα. Το μάτι της έπεσε στο ρολόι του τοίχου. Κόντευε η ώρα που θα γυρνούσαν τα παιδιά απ’ το σχολείο. Τρομοκρατημένη πετάχτηκε πάνω κι έτρεξε στην τουαλέτα. Πλύθηκε και φόρεσε το μέικ-απ που είχε μόνο για εξαιρετικές περιπτώσεις. Σε λίγο τίποτε δεν θα μαρτυρούσε τι είχε συμβεί.

(Απόσπασμα από το βιβλίο μου «Η Πρώτη Ευγενική Αλήθεια»)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ